Η βιομηχανική κάνναβη είναι ένα ετήσιο φυτό εαρινής σποράς και απαιτεί καλά στραγγιζόμενα εδάφη πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία, υγρασία. Η καλλιέργεια της βιομηχανικής κάνναβης μπορεί να γίνει με μειωμένη χρήση ζιζανιοκτόνων, γιατί λόγω της γρήγορης και μεγάλης ανάπτυξης των φυτών, παρέχουν σκίαση και άρα ανταγωνισμό στα ζιζάνια (Struik, et al., 2000) και λόγω του ριζικού της συστήματος που φτάνει σε μεγάλο βάθος βοηθάει στη βελτίωση της δομής των εδαφών και ενδείκνυται για χρησιμοποίηση σε αμειψισπορά (Piotrowski and Carus, 2011). Σύμφωνα με τους Montford and Small, 1999, η καλλιέργεια κάνναβης είτε για παραγωγή ινών είτε για παραγωγή σπόρων συμβάλει θετικά στην αύξηση της βιοποικιλότητας και είναι μάλιστα στις πέντε πρώτες θέσεις από είκοσι τρεις καλλιέργειες.
Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες κάνναβης είναι συνήθως μόνοικες, δηλ. έχουν τα αρσενικά και θηλυκά άνθη σε ένα φυτό. Τα αρσενικά άνθη, που συνήθως είναι λίγα σε αριθμό, απελευθερώνουν τη γύρη και μαραίνονται. Στις δίοικες ποικιλίες, τα αρσενικά φυτά μόλις ρίξουν τη γύρη τους γηράσκουν και τελειώνουν το βιολογικό τους κύκλο ενώ τα θηλυκά φυτά παραμένουν ζωντανά και ωριμάζουν (Amaducci et al., 2014).

Επιλογή ποικιλίας
Η σπορά των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κάνναβης του είδους Cannabis sativa L.  πρέπει να γίνεται αποκλειστικά με χρήση πιστοποιημένου σπόρου ποικιλιών των οποίων η περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) δεν υπερβαίνει το 0,2% και είναι εγγεγραμμένες στον στον Κοινoτικό Κατάλογο Ποικιλιών γεωργικών ειδών. (http://ec.europa.eu/food/plant/propagation/catalogues/database/public/index.cfm)
Η βιομηχανική κάνναβη είναι πολύ ευαίσθητη στις περιβαλλοντικές συνθήκες όπως η διάρκεια ημέρας και η θερμοκρασία, για αυτό το λόγο και οι ποικιλίες που δημιουργούνται στοχεύουν σε συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες. Η επιλογή της ποικιλίας εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής και τη χρήση του τελικού προϊόντος. Ποικιλίες που προέρχονται από τις βόρειες περιοχές της Ευρώπης, ανθίζουν πρωιμότερα όταν καλλιεργηθούν σε νοτιότερες περιοχές πχ. Μεσόγειος (Angelini et al. 2016) για αυτό το λόγο και στη νότια Ευρώπη προτιμούνται όψιμες ποικιλίες. Κύριοι στόχοι της βελτίωσης στη βιομηχανική κάνναβη είναι η δημιουργία πρώιμων, μόνοικων ποικιλιών με χαμηλή περιεκτικότητα σε THC και υψηλή απόδοση σε ίνες, χωρίς να παραβλέπεται η αντοχή σε εχθρούς και ασθένειες (Salentijn et al., 2015).
Δημιουργός και διατηρητής των γαλλικών ποικιλιών βιομηχανικής κάνναβης είναι ο οργανισμός Fédération Nationale des Producteurs de Chanvre (FNPC), ενώ το Ινστιτούτο Φυσικών Ινών - Institute of Natural Fibres (INF), της Πολωνίας είναι υπεύθυνο για τη βελτίωση και σποροπαραγωγή κυρίως των μόνοικων ποικιλιών  Bialobrzeskie, Tygra  και Beniko (Meijer, 1995). Στον ευρωπαϊκό κατάλογο ποικιλιών είναι εγγεγραμμένες και ιταλικές ποικιλίες με πιο ευρέως διαδεδομένες τις δίοικες Carmagnola και Fibranova (Cappeleto et al, 2001).

Επιλογή και προετοιμασία αγρού
Η βιομηχανική κάνναβη ευδοκιμεί σε όλα τα εδάφη αλλά είναι εξαιρετικά ευαίσθητη σε βαριά, κορεσμένα εδάφη και εδάφη με pH<6,0 πρέπει να αποφεύγονται (Struik et al., 2014). Η σπορά της  πραγματοποιείται από τα μέσα Μαρτίου και μετά, όταν η θερμοκρασία εδάφους είναι 12 - 14οC και όχι χαμηλότερη από 6 - 8οC. Προτείνεται να συμπεριλαμβάνεται σε πρόγραμμα αμειψισποράς γιατί έχει ευεργετικό ρόλο στην απόδοση της επόμενης καλλιέργειας ιδίως όταν πρόκειται για σιτηρά (Amaducci et al., 2014).
Αφού γίνει εδαφολογική ανάλυση του αγρού και ισχύουν όσα απαιτούνται στην σχετική ΚΥΑ, εφαρμόζονται οι συνήθεις καλλιεργητικές πρακτικές για την καλλιέργεια των ανοιξιάτικων φυτών. Ο επιλεγέν αγρός θα πρέπει να οργωθεί και ψιλοχωματιστεί ώστε να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη βλάστηση του σπόρου.

Λίπανση
Η κλωστική κάνναβη απαιτεί παρόμοια σύσταση εδάφους όπως και τα σιτηρά. Σε κανονικά εδάφη η συνήθης λίπανση είναι 80-100  αζώτου Kg, 100 Kg P2O5 και 150 Kg K2O ανά εκτάριο (Piotrowski and Carus, 2011) αλλά φυσικά πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εδαφολογική ανάλυση του αγροτεμαχίου.

Ζιζανιοκτονία    
Η καλλιέργεια βιομηχανικής κάνναβης με αριθμό φυτών 200-250 / m2 ανταγωνίζεται επαρκώς τα ζιζάνια λόγω της γρήγορης ανάπτυξης, αλλά αν η σπορά γίνει αραιότερα εμφανίζεται σημαντικός αριθμός ζιζανίων ανάλογα βέβαια και με τις προϋπάρχουσες καλλιέργειες (BCMAF, 1999). Σύμφωνα με τα βιβλιογραφικά δεδομένα κατά τα πρώτα στάδια ανάπτυξης της η βιομηχανική κάνναβη δεν είναι ανθεκτική στα χρησιμοποιούμενα ζιζανιοκτόνα (Piotrowski and Carus, 2011).

Σπορά
Κατά τη σπορά, συνήθως για παραγωγή ίνας χρησιμοποιούνται 5 Kg/στρ σε βάθος 2 cm. Η σπορά γίνεται με τη χρήση μηχανών σποράς σιτηρών σε αποστάσεις γραμμών 14-16 εκ. (Εικόνα 3). Η πυκνή σπορά επιβάλλεται  στην περίπτωση παραγωγής ινών, για να δημιουργηθούν  μονοστέλεχα φυτά. Ο επιδιωκόμενος αριθμός φυτών είναι 200.000 - 250.000 φυτά / στρέμμα.
Στην περίπτωση καλλιέργειας για παραγωγή σπόρου, χρησιμοποιούνται 3 Kg/στρ,  οι αποστάσεις των γραμμών σποράς είναι μεγαλύτερες περίπου στα 50 εκ. και ο επιδιωκόμενος αριθμός φυτών στον αγρό είναι 100.000 – 150.000 φυτά ανά στρέμμα. (Amaducci et al., 2014).
 Η βλάστηση του σπόρου πραγματοποιείται 6-8 ημέρες μετά τη σπορά.

Άρδευση
Η βιομηχανική κάνναβη είναι φυτό απαιτητικό σε υγρασία. Ο αριθμός των ποτισμάτων εξαρτάται από τις επικρατούσες συνθήκες της περιοχής καλλιέργειας. Στη φάση μεταξύ της άνθησης και της ωρίμανσης του σπόρου, οι ανάγκες του φυτού φτάνουν το 50% των συνολικών αναγκών του φυτού σε νερό. Σύμφωνα με τους Cosentino et al., 2013 στις Μεσόγειο, απαιτούνται 250mm για πρώιμες μόνοικες ποικιλίες ενώ για τις όψιμες δίοικες ποικιλίες η προτεινόμενη ποσότητα άρδευσης είναι 450mm.

Άνθηση    
Στα δίοικα φυτά της βιομηχανικής κάνναβης η αρσενική ταξιανθία είναι αραιή και εμφανίζεται πιο νωρίς από τις θηλυκές ενώ η θηλυκή ταξιανθία είναι πιο ογκώδης, συμπαγής και φυλλώδης και παράγει τα κανναβινοειδή. Κατά την άνθηση της θηλυκής ταξιανθίας οι στύλοι των θηλυκών ανθέων επιμηκύνονται και βγαίνουν περί τα 2mm έξω από τον κολεό (Struik et al. 2000).

Συγκομιδή    
Η συγκομιδή για παραγωγή ίνας ξεκινάει, περίπου 100 ημέρες μετά την σπορά, με τη κοπή των στελεχών. Σε περίπτωση που η καλλιέργεια γίνεται για τη παραγωγή σπόρου, η συγκομιδή πραγματοποιείται περίπου 150 ημέρες μετά τη σπορά, όταν έχει ωριμάσει > 60% του σπόρου και η συγκομιδή πραγματοποιείται σε δύο στάδια: αρχικά κόβεται προσεκτικά το πάνω μέρος του φυτού περίπου 30 εκ., για να μη τιναχτεί ο σπόρος και στη συνέχεια τα στελέχη (Jonaitiene et al., 2016). Ποικιλίες που καλλιεργούνται μόνο για την παραγωγή σπόρου, έχουν συνήθως μικρότερο βιολογικό κύκλο και η συγκομιδή για σπόρο πραγματοποιείται περίπου 90 ημέρες μετά τη σπορά.
Υψηλότερη ποιότητας ίνας επιτυγχάνεται όταν η συγκομιδή γίνει στην άνθηση αλλά σήμερα η προσπάθεια των γενετιστών στρέφεται σε γενοτύπους που προσαρμόζονται στη μηχανική συγκομιδή και συνδυάζουν υψηλή ποιότητα ινών και αυξημένη ποσότητα σπόρου ώστε να εξασφαλιστεί επιπλέον εισόδημα για τους παραγωγούς (Amaducci et al., 2014).
Σύμφωνα με τους Mussig and Martens, 2003, η επιλογή ποικιλίας, η ημερομηνία σποράς, η πυκνότητα της φυτείας, η ημερομηνία και ο τρόπος συγκομιδής καθώς και ο τρόπος διαβροχής επηρεάζουν τόσο τις ιδιότητες των παραγόμενων ινών αλλά και ολόκληρη την αλυσίδα του προϊόντος προσδίδοντας του την τελική του αξία χρήσης.

Διαβροχή ινών
Διαβροχή είναι η μικροβιακή διάσπαση της πηκτίνης, της ουσίας που συγκολλάει την ίνα και την εντεριώνη του βλαστού, γίνεται συνήθως στον αγρό, μετά το κόψιμο των φυτών και η χρονική διάρκεια της εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες. Κατά τη διαδικασία αυτή που είναι γνωστή ως «dew retting», τα κομμένα στελέχη απλώνονται στο έδαφος για 10 έως 30 ημέρες, οι βλαστοί κατά τακτά χρονικά διαστήματα γυρνάν πάνω – κάτω και η διαβροχή ολοκληρώνεται όταν οι ίνες παίρνουν χρυσαφί ή γκρι χρώμα και διαχωρίζονται εύκολα.
Εκτός της παραμονή στο χωράφι τα στελέχη υφίστανται “retting” με διαφόρους τρόπους είτε με νερό, είτε χημικά ή με ένζυμα. Στην υγρή διαβροχή (water retting), τα στελέχη μουλιάζουν σε νερό (σήμερα σε δεξαμενές, αλλά παλιότερα σε ποτάμια κλπ) και το νερό διεισδύει το εσωτερικό του στελέχους σπάζοντας το εξωτερικό περίβλημα συμβάλλοντας στη πηκτινολυτική δράση βακτηρίων. Η μέθοδος αυτή δίνει ίνες υψηλότερης ποιότητας από την προηγούμενη αλλά η χρήση μεγάλης ποσότητας νερού έχει περιβαλλοντικό κόστος. (Jankauskien and Gruzdeviene, 2013) Η διαδικασία διαβροχής είναι σύνθετη, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες (διάρκεια, περιβαλλοντικές συνθήκες, μικροβιακό φορτίο κλπ) αλλά συγχρόνως επηρεάζει τα κύρια συστατικά της ίνας (κυτταρίνη, ημικυτταρίνη και λιγνίνη) που προσδίδουν τις φυσικοχημικές της ιδιότητες (Jankauskiene, et al. 2015).
Μετά τη διαβροχή υπάρχουν μηχανήματα που αποχωρίζουν τις ίνες από την εντεριώνη μηχανικά (decortication machines).