ΕΧΘΡΟΙ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

 

 

Ι. ΕΧΘΡΟΙ

1. Έντομα και μαλάκια που προσβάλουν το ρύζι στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του

α) Chironomus sp.: Το έντομο έχει τρεις έως τέσσερις γενεές κατ' έτος όμως μόνον οι δύο πρώτες έχουν σημασία για την καλλιέργεια του ρυζιού. Η προνύμφη του, η οποία εμφανίζει ένα χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα, απομυζεί τους σπόρους που φυτρώνουν και τα νεαρά φυτά με συνεπεία ο αριθμός φυτών ρυζιού στον αγρό να μειώνεται αισθητά. Καταπολεμείται με εφαρμογή στα χαμηλότερα σημεία του τηγανιού του εντομοκτόνων. Η απομάκρυνση του νερού από τον αγρό είναι ένας έμμεσος τρόπος ελέγχου του εντόμου, γιατί δεν του παρέχονται δυνατότητες για την επιβίωση του.

 

 

 

β) Ephydra attica: Η ύπαρξη του εντόμου έχει αναφερθεί στην πανίδα της Ελλάδας από τον Becker (1926) όπου εντοπίσθηκε να ζει στα στάσιμα υφάλμυρα νερά. Για πρώτη φορά παρατηρήθηκε να προκαλεί ζημιές σε ορυζώνες της περιοχής Χαλάστρας το έτος 1989 και έκτοτε φαίνεται να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για την καλλιέργεια του ρυζιού. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Σιτηρών οι προνύμφες του εντόμου προσβάλουν τα νεαρά φυτά ρυζιού κοντά στη βάση τους με αποτέλεσμα να τα καταστρέφουν. Οι προνύμφες αμέσως μετά την ανάπτυξη τους αγκιστρώνονται επάνω στους επιπλέοντες βλαστούς και στα φύλλα όπου και νυμφώνονται. Τα ακμαία εμφανίζονται στο πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου. Η χημική καταπολέμηση των προνυμφών κατά το χρόνο της εμφάνισης τους, όταν το βάθος του νερού είναι σχετικά υψηλό (15 cm και άνω), γίνεται αποτελεσματικά με ψεκασμό με εντομοκτόνα.

γ) Hydrellia sp.: Ζημιές προκαλεί η προνύμφη του εντόμου η οποία κατατρώγει τα φύλλα των νεαρών φυτών.

δ) Triops cancriformis: Πρόκειται για μαλακόστρακο το οποίο απαντάται σε χώρους με στάσιμα και λιμνάζοντα νερά καθώς και στους ορυζώνες όπου προκαλεί πολλές φορές σοβαρές ζημιές στα νεαρά σπορόφυτα. Μετακινούμενο επάνω στο έδαφος του ορυζώνα προκαλεί ξερίζωμα των νεαρών φυτών. Αναπτύσσεται ξεκινώντας από τη δεύτερη ημέρα μετά την κατάκλυση μέχρι σχεδόν την ενάτη, από αυγά που τοποθετήθηκαν την προηγούμενη χρονιά. Μετά 16 μεταμορφώσεις φθάνει σε σεξουαλική ωριμότητα περίπου σε 23 ημέρες. Προκαλεί ζημιές, κάνοντας το νερό θολό και ξεριζώνοντας το ρύζι, ενώ σκάβει υπόγειες στοές στο έδαφος κατά τη διάρκεια ανίχνευσης τροφής που αποτελείται κυρίως από διάφορα ζωύφια. Για τον πλήρη έλεγχο του μαλακόστρακου αυτού εφαρμόζονται τα. ίδια εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του εντόμου Chironomus sp. Οι επεμβάσεις πρέπει να γίνονται την περίοδο όπου όλα τα αυγά έχουν ανοίξει και δεν έχουν ακόμη παρουσιαστεί τα τέλεια. Αυτή η περίοδος κυμαίνεται από την 10η μέχρι την 18η ημέρα μετά την κατάκλυση. Τα. τελευταία έτη παρατηρείται μεγάλη αύξηση του Triops cancriformis στην ορυζοκαλλιέργεια γεγονός που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη συστηματικής αμειψισποράς και στην εμφάνιση αντοχής στα εντομοκτόνα.

ε) Planorbis sp. (Σαλιγκαράκι): Πρόκειται για το σαλιγκαράκι, οργανισμό ο οποίος ανήκει στα Μαλάκια. Όταν βρίσκεται σε μεγάλο αριθμό στην καλλιέργεια του ρυζιού προκαλεί μικρούς τραυματισμούς και "ξέφτισμα" των φυτών στα πρώταα στάδια ανάπτυξης του. Η καταπολέμηση του μπορεί να γίνει με χαλκούχα σκευάσματα .

 

 

στ) Lombricus sp. (σκώληκας): Είναι σκουλήκι το οποίο ζει σε στάσιμα και λιμνάζοντα νερά καθώς και στους ορυζώνες όπου προκαλεί πολλές φορές σοβαρές ζημιές στα νεαρά σπορόφυτα. Καταπολεμείται με τα ίδια εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του μαλακόστρακου Triops cancriformis.

2. Έντομα που προσβάλουν το ρύζι στα στάδια καλαμώματος και διόγκωσης της φόβης

α) Αφίδες: Από τις διάφορες αφίδες που προσβάλουν το ρύζι το σπουδαιότερο είδος είναι το Rhopalosiphum padi. To έντομο απομυζεί τα φύλλα των φυτών τα οποία αποκτούν χρώμα ανοικτό καστανό. Το μέγεθος των προσβολών εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, την καλλιεργητική τεχνική όπως π.χ. την αζωτούχο λίπανση, την ανθεκτικότητα της καλλιεργούμενης ποικιλίας και την παρουσία ή μη εντόμων φυσικών εχθρών των αφίδων. Γι' αυτό οι προσβολές από το έντομο δεν παρατηρούνται κάθε χρόνο.

 

3. Έντομα που προσβάλουν το ρύζι μετά τη διόγκωση της φόβης

α) Σεσάμια (Sesamia nonagrioides): Η προνύμφη του εντόμου μετά το στάδιο του ξεσταχυάσματος κατατρώγει τα στελέχη τον ορυζοφύτων, ιδιαίτερα των όψιμων ποικιλιών. Η προσβολή είναι μεγαλύτερη στις υψηλόσωμες ποικιλίες και σε φυτά με μεγάλη διάμετρο στελέχους (Ntanos and Koutroubas, 2000). Η προκαλούμενη ζημία είναι σοβαρή και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια από τη θραύση των στελεχών λόγω μείωσης της αντοχής τους, σε πλήρη καταστροφή των στελεχών του φυτού ή της φόβης και στη δημιουργία δευτερογενών μολύνσεων. Επίσης, λόγω μη κανονικής θρέψης των κόκκων είναι δυνατόν να έχουμε επιπτώσεις στην ποιότητα του ρυζιού, όπως μείωση της απόδοσης στο μύλο και της κρυσταλλότητας των κόκκων. Η καταπολέμηση του εντόμου με πυρεθρίνες, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας. Γίνονται πειραματικές εργασίες για τη βιολογική καταπολέμηση του εντόμου.

 

II. ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Πυρικουλάρια (Pyricularia oryzae)

Η πυρικουλάρια είναι η πιο σημαντική ασθένεια της ορυζοκαλλιέργειας στην Ελλάδα όπως και στις περισσότερες χώρες παραγωγής ρυζιού σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ασθένεια οφείλεται στο μύκητα Pyricularia oryzae (ανάμορφο), Magnoporthe grisea (τελειόμορφο), οποίος έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί πολυάριθμες φυλές με διαφορετική παθογόνο ικανότητα.

μύκητας προσβάλλει κυρίως τα φύλλα, δευτερευόντως το λαιμό (μίσχο της φόβης) και τους κόμβους των φυτών. Η προσβολή στα φύλλα εμφανίζεται με τη μορφή ακανόνιστων νεκρωτικών κηλίδων χρώματος καφέ με πιο σκοτεινή περιφέρεια, πλάτους ολίγων χιλιοστών και μήκος, κατά την έννοια των νεύρων, μέχρι και πέντε εκατοστά. Η προσβολή του λαιμού οδηγεί σε σήψη και πτώση της φόβης. Οι αλλοιώσεις στους κόμβους εμφανίζονται ως μαυρίσματα. Η ένταση της ασθένειας και οι προκαλούμενες ζημίες ποικίλουν ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και την εφαρμοζόμενη καλλιεργητική τεχνική. Οι απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας, η διοχέτευση πολύ ψυχρού νερού και οι θερινές ομίχλες ευνοούν την ανάπτυξη του μύκητα. H κρίσιμη σχετική υγρασία του αέρα για τη βλάστηση των σπορίων του κυμαίνεται μεταξύ 92 και 96%, ενώ η άριστη θερμοκρασία για την ανάπτυξη των μυκηλιακών του υφών είναι 28οC. Η ανάπτυξη της ασθένειας ευνοείται επίσης από την αζωτούχο λίπανση των φυτών. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Σιτηρών τα τελευταία δύο έτη παρατηρήθηκαν σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας απώλειες στην καλλιέργεια του ρυζιού λόγω της πυρικουλάριας σε ποσοστό μέχρι και 90%. Η ποικιλία Ρωξάνη αποσύρθηκε από τη σποροπαραγωγή την τελευταία τριετία λόγω της μεγάλης ευπάθειάς της στην προσβολή από την ασθένεια.

Ο μύκητας διαδίδεται κυρίως με τον αέρα (σπόρια του μύκητα έχουν βρεθεί σε απόσταση 3 χιλ/τρων από τις εστίες μόλυνσης) και το νερό άρδευσης και κατά δεύτερο λόγο με τους σπόρους και τα υπολείμματα της καλλιέργειας. Η διαχείμαση του μύκητα γίνεται κυρίως με το σπόρο και τα φυτικά υπολείμματα του ρυζιού ή των χειμερινών σιτηρών και ζιζανίων. Χαρακτηριστικό είναι ότι το μυκήλιο σε ξηρές συνθήκες δωματίου μπορεί να επιζήσει μέχρι και τρία έτη.

Οι κύριοι ξενιστές του μύκητα είναι τα ζιζάνια Echinochloa crus-galli (μουχρίτσα) και Oryza sativa (κόκκινο ρύζι) και σε μικρότερο βαθμό το Phragmites communis (νεροκάλαμο) και η Typha latifolia (ψαθί). Είναι γνωστό ότι ποικιλίες ρυζιού ανθεκτικές στην προσβολή του φυλλώματος στο μύκητα, δεν είναι απαραίτητα ανθεκτικές και στην προσβολή της σήψης του λαιμού, ή και το αντίθετο. Τέτοιες είδους παρατηρήσεις οδήγησαν στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει πάντοτε συσχέτιση της ανθεκτικότητας των δύο ειδών προσβολής της πυρικουλάριας στο ρύζι.

Για την αντιμετώπιση της ασθένειας εφαρμόζονται προληπτικά μέτρα, όπως η καταστροφή των υπολειμμάτων της καλλιέργειας ή καλλιεργητικά μέτρα, όπως η πρώιμη σπορά. Συστηματική αμειψισπορά συνήθως δεν εφαρμόζεται, γιατί τα εδάφη στα οποία καλλιεργείται το ρύζι στη χώρα μας είναι αλατούχα και δεν ενδείκνυνται για άλλες καλλιέργειες. Η χημική καταπολέμηση της ασθένειας είναι περιορισμένη καθώς το το αποτελεσματικότερο μυλητοκτόνο με δραστική tricyclazole (BEAM, άδεια κυκλοφορίας έως 23/9/2014). Άλλες δραστικές ουσίες που κυκλοφορούν  είναι το azoxistrobin (MIRADOR 25 SC, διαθέτει άδεια έως 31/12/2015), τo tebuconazole (TEBU-MAX 20 EW, άδεια έως τις 26/11/2010) και το propiconazole + prochloraz (BUMPER-P, άδεια έως 16/11/2012). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αδειοδοτήσεις, την επιλογή του κατάλληλου αδειοδοτημένου σκευάσματος για την ορθολογική καταπολέμηση της πυρικουλάριας, παρακαλούμε να επισκευτείτε τη σελίδα του ΥΠΑΑΤ στο σύνδεσμο http://wwww.minagric.gr/syspest/syspest_bycat_byactive.aspx και στην κατηγορία "Επιλέξτε Δραστικό", διαλέγοντας μία από τις προαναφερόμενες δραστικές ουσίες. Η χρήση των σκευασμάτων δεν είναι αποτελεσματική εάν η αζωτούχος λίπανση είναι μεγαλύτερη της συνιστώμενης. Συνεχής χρήση των ίδιων σκευασμάτων έχει ως συνέπεια τη δημιουργία φυλών του μύκητα ανθεκτικών σ' αυτά. Η καλιούχος λίπανση προσδίδει στο ρύζι μια ανθεκτικότητα γιατί σκληραγωγεί τα φυτά του.

Ο καλύτερος τρόπος ελέγχου της ασθένειας είναι η καλλιέργεια ανθεκτικών ποικιλιών. Η ανθεκτικότητα του ρυζιού σ΄ αυτήν ελέγχεται από ένα έως τρία ζεύγη γονιδίων. Υψηλή συγκέντρωση αμινοξέων σε συνδυασμό με χαμηλή συγκέντρωση φαινολών και δομικών υλικών των κυτταρικών τοιχωμάτων στα φυτά αυξάνουν την ευαισθησία τους στην ασθένεια. Η δημιουργία νέων ποικιλιών ανθεκτικών στο μύκητα πρέπει να είναι συνεχής γιατί οι ποικιλίες δεν είναι σε θέση να παραμείνουν ανθεκτικές για περισσότερα από 3-4 έτη. Γι αυτό, οι ερευνητές ασχολούνται περιορισμένα πλέον με τη βελτίωση του ρυζιού για κάθετη ανθεκτικότητα και δίνουν έμφαση στη βελτίωσή του για οριζόντια ανθεκτικότητα. Η υπέρβαση της αζωτούχου λίπανσης είναι δυνατό να προκαλέσει σπάσιμο της ανθεκτικότητας ακόμα και των ανθεκτικών ποικιλιών.

Μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τη συνέχειά της είναι:

Αμειψισπορά των αγρών ρυζιού που προσβλήθηκαν από την ασθένεια με άλλες καλλιέργειες όπου είναι δυνατή.

* Έλεγχος των ζιζανίων που αναπτύσσονται στα αναχώματα τα οποία περιβάλλουν τους αγρούς ρυζιού. Αυτά είναι συνήθως προσβεβλημένα από το μύκητα και αποτελούν τους ξενιστές από τους οποίους ξεκινά η ανάπτυξη της ασθένειας. Έλεγχος επίσης των ζιζανίων ξενιστών του μύκητα που φύονται στις στραγγιστικές τάφρους με κάψιμο και κατά την άνοιξη με χρήση ζιζανιοκτόνων.

* Χρησιμοποίηση αποκλειστικά σπόρου σποροπαραγωγής και ιδιαίτερα Ελληνικών ποικιλιών οι οποίες γενικώς παρουσιάζουν μια μεγαλύτερη ανεκτικότητα στις προσβολές του μύκητα.

* Μη εφαρμογή επιφανειακά των αζωτούχων λιπασμάτων ουρία και νιτρική αμμωνία. Χρησιμοποίηση του λιπαντικού στοιχείου καλίου εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει έλλειψή του.

* Με τις επικρατούσες συνθήκες δε θα μπορούσε να ενθαρρυνθεί η βιολογική καλλιέργεια στο ρύζι αν και η μη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων που συνεπάγεται μια τέτοια καλλιέργεια θα βοηθούσε στoν περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας.

* Ενθάρρυνση για συμμετοχή σε προγράμματα έρευνας σχετικά με την αύξηση της ανθεκτικότητας των φυτών ρυζιού κατά της ασθένειας με Γενετική Τροποποίηση, για να είμεθα γνώστες των δυνατοτήτων και αυτής της προσέγγισης.

* Προώθηση άμεσα προγράμματος μελέτης της εξάπλωσης του μύκητα και των φυλών του γεωγραφικά και ελέγχου των σπόρων σποροπαραγωγής για πιθανές προσβολές τους από αυτόν. Το Ινστιτούτο Σιτηρών έχει και τη γνώση και την εμπειρία και θα μπορούσε να αναλάβει ένα τέτοιο πρόγραμμα.

Φουζαρίωση (Fusarium moniliforme, Fusarium sp)

Η φουζαρίωση του ρυζιού είναι μια σημαντική ασθένεια διαδεδομένη στις περισσότερες ορυζοπαραγωγικές χώρες της Ασίας. Στην Ελλάδα έχει κάνει την εμφάνισή της χωρίς όμως να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, αφού οι περισσότερες ποικιλίες φαίνεται να παρουσιάζουν ικανοποκά επίπεδα ανθεκτικότητας. Εμφανίζεται με ένα σύμπλοκο συμπτωμάτων ξεκινώντας από τα πρώτα στάδια με μη φυσιολογική και ανώμαλη επιμήκυνση των νεαρών φυτών (εξαιτίας της παραγωγής της ορμόνης γιββδεριλίνης), με νέκρωσεις στις ρίζες και στο σταυρό, με τη ξήρανση ολόκληρων των φυτών καθώς και με την εμφάνιση στιγμάτων στους σπόρους. Ο μύκητας διαχειμάζει στο έδαφος, ενώ μπορεί να μεταφερθεί και από μολυσμένους σπόρους. Για την καταπολέμησή της φουζαρίωσης δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή αδειοδοτημένα μυκητοκτόνα για το ρύζι.

 

ΙΙΙ. ΕΛΕΓΧΟΣ ΖΙΖΑΝΙΩΝ

Tα κυριότερα ζιζάνια της καλλιέργειας του ρυζιού κατά σειρά σπουδαιότητας είναι:

1. Echinochloa crus-galli (Μουχρίτσα). Ετήσιο ζιζάνιο το οποίο αναπαράγεται με σπόρο. Βρίσκεται τόσο στον καλλιεργούμενο αγρό όσο και στα αναχώματά του. Έχουν επισημανθεί τουλάχιστον τέσσερις βιότυποί του οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από την παρουσία ή μη αγάνου, διαφορετική μορφολογία φόβης και διαφορετικό βιολογικό κύκλο και ύψος φυτού. Είναι το πιο δυσεξόντωτο ζιζάνιο διότι α) παράγει μεγάλο αριθμό σπόρων οι οποίοι τινάζονται εύκολα και μπορούν να διατηρούν τη βλαστική τους ικανότητα μέχρι 13 έτη, β) ανταγωνίζεται πολύ έντονα τα φυτά του ρυζιού λόγω της ταχύτερης ανάπτυξής του και του μεγαλύτερου ύψους των φυτών του και γ) έχει διαφοροποιηθεί σε ανθεκτικούς στα ζιζανιοκτόνα βιότυπους.

2. Oryza sativa (Κόκκινο ρύζι, red rice). Είναι το άγριο ρύζι το οποίο ανήκει στο ίδιο είδος με το καλλιεργούμενο ρύζι (Oryza sativa L.). Το όνομα του οφείλεται στο κόκκινο χρώμα του περικαρπίου των αποφλοιωμένων κόκκων. Το κόκκινο ρύζι ανταγωνίζεται πολύ ισχυρά το καλλιεργούμενο ρύζι με συνέπεια να προκαλείται μείωση της απόδοσης. Οι πιο σοβαρές όμως επιπτώσεις παρατηρούνται στην ποιότητα του καρπού επειδή η παρουσία του στο προϊόν είναι ανεπιθύμητη από τους καταναλωτές.

3. Scirpus maritimus (Ραγάζι). Πολυετές ζιζάνιο, το οποίο απαντάται μόνον στον καλλιεργούμενο αγρό. Αναπαράγεται με ριζώματα και σπόρους. Ισχυρός ανταγωνιστής του είναι η μουχρίτσα η οποία όταν καταπολεμείται δίνει την ευκαιρία για ανάπτυξη μεγάλου αριθμού φυτών του, τα οποία στη συνέχεια ανταγωνίζονται πολύ ισχυρά τα φυτά ρυζιού και προκαλούν μείωση της παραγωγής τους.

4. Scirpus mucronatus (Σκίρπο). Ετήσιο ζιζάνιο το οποίο εμφανίζεται μόνον στον καλλιεργούμενο αγρό. Αναπαράγεται με σπόρο και συμπεριφέρεται όπως το προηγούμενο ζιζάνιο.

5. Scirpus subinus.Αναπτύσσεται τόσο στον καλλιεργούμενο αγρό ρυζιού όσο και στα αναχώματά του.

6. Cyperus difformis (Μοσχοκύπερη). Ετήσιο ζιζάνιο το οποίο απαντάται μόνον στον καλλιεργούμενο αγρό. Αναπαράγεται με σπόρο και εμφανίζεται συνήθως στα σημεία του αγρού στα οποία η πυκνότητα των φυτών του ρυζιού είναι σχετικά μικρή.

 

7. Paspalum distichum (Νεραγριάδα). Πολυετές ζιζάνιο το οποίο εμφανίζεται κυρίως στα αναχώματα αλλά και στον καλλιεργούμενο αγρό. Αναπαράγεται κυρίως με ριζώματα και στόλωνες, καθώς επίσης και με σπόρο. Είναι πολύ ισχυρός ανταγωνιστής του ρυζιού και προκαλεί μεγάλη μείωση της παραγωγής του σε καλλιέργεια ποικιλιών τύπου Indica και κοντοστέλεχων αντίστοιχων τύπου Japonica.

8. Ammαnia spp. Ετήσιο πλατύφυλλο ζιζάνιο το οποίο απαντάται στον καλλιεργούμενο αγρό ρυζιού και αναπαράγεται με σπόρο. Παρατηρείται κυρίως στα σημεία του αγρού στα οποία η πυκνότητα των φυτών ρυζιού είναι σχετικά μικρή.

 

9. Typha spp. (Ψαθί). Πολυετές ζιζάνιο το οποίο εμφανίζεται τόσο στον καλλιεργούμενο αγρό όσο και στα αναχώματά του. Αναπαράγεται με σπόρο και ριζώματα.

10. Phragmites communis (Νεροκάλαμο). Πολυετές ζιζάνιο το οποίο αναπαράγεται με παραφυάδες. Αναπτύσσεται τόσο στον καλλιεργούμενο αγρό ρυζιού όσο και στα αναχώματά του.

 

11. Cirsium arvense (Κίρσιο). Πολυετές ζιζάνιο το οποίο εμφανίζεται στον καλλιεργούμενο αγρό ρυζιού αλλά και στα αναχώματα του. Αναπαράγεται με σπόρους και με τμήματα ριζών που φέρουν επίκτητους οφθαλμούς. Εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό φυτών στον αγρό όταν περάσουν αρκετές ημέρες από το τελευταίο φρεζάρισμα μέχρι την κατάκλυση και σπορά.

12. Butomus umbellatus (Βούτομο). Πολυετές ζιζάνιο το οποίο αναπτύσσεται στον καλλιεργούμενο αγρό ρυζιού και στα αναχώματά του.

 

13. Polygonum spp. (Νεροπιπεριά). Ετήσιο ζιζάνιο το αναπτύσσεται τόσο στον καλλιεργούμενο αγρό ρυζιού όσο και στα αναχώματά του.

14. Heteranthera spp.

 

H. limosa: Είναι ετήσιο ζιζάνιο, με άνθη λευκά ή ανοιχτά γαλάζια.

  

H. reniformis: Είναι πολυετές ζιζάνιο με λευκά άνθη

15. Algae (Χλωροφύκη). Αναπαράγονται με κυτταροδιαιρέσεις ή με σπόρια. Προκαλούν ζημίες στον αγρό ρυζιού σχηματίζοντας ένα "τάπητα" στην επιφάνεια του νερού ο οποίος εμποδίζει τη δίοδο του φωτός και την έξοδο των νεαρών φυτών επάνω από το νερό. Τα φυτά αυτά αποθνήσκουν γιατί εξαντλούνται οι αποθησαυριστικές τους ουσίες. Εφαρμογή φωσφορικών λιπασμάτων επιφανειακά ή μετά το πλημμύρισμα του αγρού διεγείρει την ανάπτυξη των χλωροφυκών.

 16. Leersia oryzoides. Πρόκειται για σχετικά νέο ζιζάνιο που εμφανίζεται τα τελευταία έτη στις ορυζοκαλλιέργειες. Εϊναι πολυετές και αναπαράγεται με σπόρους. Η χημική καταπολέμηση είτε δεν είναι ικανοποιητική είτε δεν υπάρχει αδειοσοτημένο σκεύασμα, με αποτέλεσμα συνιστάται η απομάκρυνση με το χέρι.

Leersia oryzoides 1 Leersia oryzoides 2

 Προβλήματα ελέγχου των ζιζανίων του ρυζιού:

α) Επικράτηση ορισμένων δυσεξόντωτων ζιζανίων λόγω του γεγονότος ότι το ρύζι καλλιεργείται σε μεγαλύτερη έκταση σε εδάφη αλατούχα παθογενή στα οποία δεν υπάρχει δυνατότητα αμειψισποράς.

β) Δημιουργία ανθεκτικών στα ζιζανιοκτόνα βιότυπων ζιζανίων λόγω του ότι η καταπολέμησή τους γίνεται με τα ίδια σχεδόν χημικά σκευάσματα, πολλά έτη.

γ) Ταχύτερη ανάπτυξη των ζιζανίων λόγω του καθιερωθέντος νέου συστήματος καλλιέργειας του ρυζιού που έχει σαν συνέπεια την ανάγκη πολλαπλών εφαρμογών ζιζανιοκτόνων και σε υψηλότερες δόσεις. Το νέο καλλιεργητικό σύστημα που έχει στόχο τη μεγιστοποίηση της συμπεριφοράς των νέων ημινάνων ποικιλιών περιλαμβάνει καλύτερη ισοπέδωση του αγρού (βασισμένη στις ακτίνες Laser), πολύ χαμηλό ύψος νερού, περιοδική απομάκρυνσή του και εφαρμογή υψηλών δόσεων λιπασμάτων.

δ) Η αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων με ποικιλίες τύπου Indica των οποίων οι σπόροι αργούν να φυτρώσουν, τα νεαρά τους φυτά δυσκολεύονται να εξέλθουν από την επιφάνεια του νερού και δεν είναι καθόλου ανταγωνιστικές με τα ζιζάνια.

 

Οι ζημίες που προκαλούν τα ζιζάνια στο καλλιεργούμενο ρύζι μπορούν να μειωθούν στο ελάχιστο αν αντιμετωπισθούν έγκαιρα και αποτελεσματικά. Τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό αναφέρονται παρακάτω:

1. Αμειψισπορά: Είναι ένα πολύ χρήσιμο μέτρο ελέγχου ενός μεγάλου αριθμού ζιζανίων πολυετών με βολβούς και ριζώματα.

2. Χρησιμοποίηση πιστοποιημένου σπόρου σποροπαραγωγής: Είναι ένα πολύ καλό προληπτικό μέτρο αποφυγής εισόδου στον αγρό σπόρων ζιζανίων ειδικά του κόκκινου ρυζιού και της μουχρίτσας.

3. Καταπολέμηση με καλλιεργητικές τεχνικές: Η προετοιμασία του αγρού μπορεί να επηρεάσει μελλοντικά προβλήματα από ζιζάνια κατά διαφορετικούς τρόπους. Σημαντικά για τον έλεγχο των ζιζανίων είναι το όργωμα, το δισκοσβάρνισμα, η χρήση καλλιεργητή, το φρεζάρισμα, το ισοπέδωμα του αγρού και η λίπανση. Όργωμα, δισκοσβάρνισμα ή χρήση καλλιεργητή το φθινόπωρο αμέσως μετά τη συγκομιδή, είναι δυνατό να αυξήσει τον αερισμό και τη θερμοκρασία του εδάφους και να επιταχύνει την ξήρανσή του. Ένα φρεζάρισμα στη συνέχεια μπορεί να επισπεύσει την αποσύνθεση των υπολειμμάτων της καλλιέργειας και να μειώσει τις πιθανότητες παρουσίας χλωροφυκών και άλλων ζιζανίων το επόμενο έτος. Όργωμα επίσης το φθινόπωρο ή χειμώνα επιταχύνει τη βλάστηση των σπόρων ζιζανίων νωρίς την άνοιξη και με ένα φρεζάρισμα είναι εύκολο να καταστραφούν τα σπορόφυτα. Πολυετή ζιζάνια όπως Typha spp. κ.ά. είναι δυνατόν να ελεγχθούν μερικώς εάν φρεζαρισθεί ο αγρός πριν από τη σπορά. Μη επαρκής ισοπέδωση του αγρού μπορεί να αυξήσει τα προβλήματα από ζιζάνια. Το ύψος του νερού είναι ευκολότερο να ελεγχθεί σε ισοπεδωμένο αγρό στον οποίο οι προεξοχές του εδάφους επάνω από το νερό είναι ασήμαντες και επομένως οι δυνατότητες ανάπτυξης ζιζανίων στις θέσεις αυτές μηδαμινές. Υπόψη ότι στα σημεία του εδάφους τα οποία δεν καλύπτονται επαρκώς με νερό ευδοκιμούν ταχύτερα τα ζιζάνια και ειδικά τα αγρωστώδη. Η τάση για λεπτή υφή της σποροκλίνης σε συνδυασμό με μικρό ύψος νερού ευνοεί την ανάπτυξη ζιζανίων με πολύ μικρούς σπόρους όπως π.χ. Cyperus difformis. Ενσωμάτωση αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων σε πολύ μικρό βάθος (λιγότερο από 5 εκ.) έχει σαν συνέπεια την ευκολότερη πρόσληψη των θρεπτικών αυτών στοιχείων από τα σπορόφυτα των ζιζανίων που φυτρώνουν κοντά στην επιφάνεια του εδάφους. Για παράδειγμα χλωροφύκη και άλλα ζιζάνια που δεν εξέρχονται επάνω από το νερό αναπτύσσονται πιο έντονα και εγκαθίστανται καλύτερα όταν μεγάλες ποσότητες των παραπάνω λιπασμάτων εφαρμόζονται στην επιφάνεια του εδάφους.

4. Διαχείριση νερού: Διατήρηση του νερού συνεχώς, σε σημαντικό σχετικά ύψος, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του έντονου ανταγωνισμού των ζιζανίων και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ζιζανιοκτόνων. Ύψος νερού 10 εκ. για 25 ημέρες μετά τη σπορά, εξασφαλίζει μερικό έλεγχο ορισμένων βιότυπων της μουχρίτσας, της μοσχοκύπερης και άλλων ζιζανίων εάν βέβαια οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για την κανονική ανάπτυξη των φυτών του ρυζιού. Απομάκρυνση του νερού από τον αγρό για οποιοδήποτε λόγο επιταχύνει το φύτρωμα των σπόρων και την ανάπτυξη των φυτών των προαναφερθέντων ζιζανίων τα οποία δυσκολεύονται να φυτρώσουν και να αναδυθούν επάνω από το νερό όταν αυτό ξεπερνά τα 16-17 εκ. Όμως ύψος νερού 20 εκ. και άνω επιβραδύνει το φύτρωμα των σπόρων του ρυζιού, δυσκολεύει την έξοδο των νεαρών φυτών επάνω από το νερό, προκαλεί καχεκτική ανάπτυξη αυτών και επιφέρει τελικά μείωση των αποδόσεων. Τα ζιζάνια Scirpus maritimus και Scirpus mucronatus ανέχονται υψηλό σχετικά ύψος νερού γι' αυτό και ο έλεγχός τους πρέπει να βασίζεται στη χρήση ζιζανιοκτόνων, την αμειψισπορά και την εφαρμογή μηχανικών μέσων.

5. Καλλιέργεια ποικιλιών ρυζιού ανταγωνιστικών έναντι των ζιζανίων: Έχει διαπιστωθεί ότι οι ποικιλίες του τύπου Japonica είναι πιο ανταγωνιστικές προς τα ζιζάνια σε σχέση με τις ποικιλίες του τύπου Indica. Επίσης οι ποικιλίες με υψηλά στελέχη και πλάγια διαμορφούμενες είναι περισσότερο ανταγωνιστικές προς τα ζιζάνια σε σχέση με τις όρθιες και κοντοστέλεχες αντίστοιχες. Είναι φανερό ότι στις πιο ανταγωνιστικές ποικιλίες ρυζιού τα προβλήματα από τα ζιζάνια είναι λιγότερα και σε περίπτωση επέμβασης με ζιζανιοκτόνα απαιτούνται μικρότερες δόσεις και λιγότερες εφαρμογές τους.

6. Χημική καταπολέμηση: Τα ζιζανιοκτόνα molinate και propanil ήταν τα πρώτα σκευάσματα που χρησιμοποιήθηκαν για την καταπολέμηση της μουχρίτσας στην καλλιέργεια του ρυζιού. Πριν από την χρήση αυτών, οι μέθοδοι ελέγχου όχι μόνον της μουχρίτσας αλλά και όλων των άλλων ζιζανίων της καλλιέργειας του ρυζιού στηριζόταν σε διάφορα καλλιεργητικά και μηχανικά μέτρα. Από την επί πολλά έτη χρησιμοποίηση των ίδιων σκευασμάτων όπως έχει αναφερθεί, έχουν δημιουργηθεί ανθεκτικοί βιότυποι ορισμένων ζιζανίων με συνέπεια να απαιτούνται για την καταπολέμηση τους μεγαλύτερες δόσεις και πολλαπλές εφαρμογές τους. Γι αυτό κρίνεται απαραίτητη η εφαρμογή μιγμάτων ζιζανιοκτόνων για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος. Τα χρησιμοποιούμενα ζιζανιοκτόνα στην καλλιέργεια του ρυζιού και στα αναχώματα του αγρού κατά ζιζάνιο είναι τα εξής:

α. Echinochloa crus-galli

1. azimsulfuron (Gulliver): Χρησιμοποιείται από το 1998 μεταφυτρωτικά με ψεκασμό στο στάδιο 1-2 φύλλων της μουχρίτσας και χρειάζεται 2 εκ ύψος νερού το οποίο θα πρέπει να παραμείνιε για 6 ημέρες.

3. cyhalofop-butyl (Clincher): Χρησιμοποιείται από το 2000 μεταφυτρωτικά με ψεκασμό στο στάδιο 2-4 φύλλων της μουχρίτσας. Συνιστώμενη δόση 20-30 γρ.δ.ο./στρέμμα. Η χρήση του νερού είναι ίδια με εκείνη κατά την εφαρμογή του propanil.

4. penoxulam: (Viper): Χρησιμοποιείται από το 2008. Εφαρμόζεται μεταφρυτωτικά στο στάδιο ζιζανίων 1-4 φύλλα. Σινσιτώμενη δόση 200 γρ.δ.ο / στρέμμα. Μπορεί να εφαρμοστεί είτε σε ξηρό έδαφος είτε σε τηγάνια με ύψος νερού 4-5 εκ. Μετά την εφαρμογή δε θα πρέπει να γίνεται παροχή νερού για 48 ώρες.

5. profoxydim (Aura): Διασυστηματικό ζιζανιοκτόνο για την καταπολέμηση της Μουχρίτσας στο Ρύζι. α) Στάδιο καλλιέργειας (ρυζιού): από το 4ο φύλλο έως την αρχή του αδελφώματος ή β) Στάδιο καλλιέργειας (ρυζιού): από την αρχή του αδελφώματος έως το μέσον του αδελφώματος ή γ) Στάδιο καλλιέργειας (ρυζιού): από την αρχή του αδελφώματος έως το μέσον του αδελφώματος. 50-75 κ.εκ./στρ. + (200 κ.εκ. Actipron/στρ.) ή β) 75-100 κ.εκ./στρ. + (200 κ.εκ. Actipron/στρ.) ή γ) 50 κ.εκ./στρ. + (100 κ.εκ. Dash HC/στρ.)

6. ozadiazon (Ronstar): Εϊνια προφυτρωτικο και μεταφυτρωτικό ζιζανιοκτόνο για αγρωστώδη και πλατύφυλλα ζιζάνια.Εφαρμόζεται σε ψιλοχωματισμένο έδαφος 4-5 ημέρες πριν την κατάκλυση σε δόσεις 350-400 κ. εκ/ στρ.

 

β. Oryza sativa (Κόκκινο ρύζι, red rice)

Δεν υπάρχει προς το παρόν κατάλληλο ζιζανιοκτόνο. Ψεκασμός καλύψεως των ζιζανίων σε συνδυασμό με Dash HC ή Actipron.

 

γ. Scirpus maritimus, Scirpus mucronatus, Scirpus subinus, Cyperus difformis, Typha spp., Ammania spp., Cirsium arvense, Polygonum spp., Butomus umbellatus και Heterenthera spp.

1. bentazon (Basagran): Χρησιμοποιείται από το 1981 για την καταπολέμηση όλων των παραπάνω ζιζανίων. Εφαρμόζεται με ψεκασμό από το στάδιο των τριών φύλλων του ρυζιού μέχρι την έναρξη της διόγκωσής του. Πριν από την εφαρμογή του σκευάσματος το ύψος του νερού στον αγρό πρέπει να χαμηλώνεται πολύ, ενώ η ανύψωση της στάθμης του να γίνεται μετά 1-2 ημέρες. Συνιστώμενη δόση 150-200 γρ.δ.ο./στρέμμα. Συνδυάζεται με τα ζιζανιοκτόνα MCPA και propanil.

2. MCPA (Agroxone, LIMCPA, MCPA Γεωφάρμ, Σεραχλώρ, Χελλαξόν, Renox): Χρησιμοποιείται μετά το 1970 για την καταπολέμηση ιδιαίτερα των πλατύφυλλων ζιζανίων και του Cyperus difformis. Εφαρμόζεται με ψεκασμό από το στάδιο του αδελφώματος μέχρι εκείνο της έναρξης της διόγκωσης του ρυζιού, ενώ ο τρόπος χρήσης του νερού είναι ίδιος με εκείνον κατά την εφαρμογή του bentazon. Συνιστώμενη δόση του σκευάσματος 40-60 γρ.δ.ο./στρέμμα. Συνδυάζεται με το ζιζανιοκτόνο bentazon.

3. Azimsulfuron (Gulliver): Χρησιμοποιείται τόσο για την καταπολέμηση μονοκοτυλήδονων και πλατύφυλλων ζιζανίων του ρυζιού. Μπορεί να εφαρμοστεί όταν το ρύζι βρίσκεται στο στάδιο των 2-3 φύλλων μέχρι το αδέρφωμα.

 

 δ. Algae

1. Θειικός χαλκός. Εφαρμόζονταν από το στάδιο του φυτρώματος του ρυζιού μέχρι την έναρξη του αδελφώματός του, είτε με διασπορά με το χέρι στα σημεία του αγρού στα οποία έχουν αναπτυχθεί χλωροφύκη, είτε με την τοποθέτηση του σε μικρούς καννάβινους σάκκους στα σημεία εκβολής των σιφωνίων προκειμένου να διαλυθεί και να διαχυθεί στον αγρό. Η συνιστώμενη δόση του σκευάσματος ήταν 1 χιλ/στρέμμα. Δεν έχει αδειοδότηση για χρήση σε ορυζοκαλλιέργειες.

 

ε. Heteranthera spp.

1. Εφαρμογή μίγματος bentazon (Basagram)+MCPA (150+60 γρ.δ.ο /στρέμμα) 40-50 μέρες μετά τη σπορά του ρυζιού

 

Β. Ζιζάνια των αναχωμάτων του αγρού

Paspalum distichum, Phragmites communis, Typha spp. και Cirsium arvense κ.ά.

1. glyphosate (Roundup κ.ά.): Χρησιμοποιείται κυρίως τους μήνες Απρίλιο και Μάιο για την καταπολέμηση των παραπάνω ζιζανίων τα οποία είναι αναπτυγμένα στα αναχώματα του αγρού.

2. glufosinate-ammonium (Basta): Ομοίως με το παραπάνω.

 

Παρακαλούμε για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αδειοδοτήσεις επισκευτείτε τη σελίδα του ΥΠΑΑΤ στο σύνδεσμο http://wwww.minagric.gr/syspest/SYSPEST_CROPS_skeyasma.aspx και στην κατηγορία "Επιλέξτε Δραστικό", διαλέγοντας μία από τις προαναφερόμενες δραστικές ουσίες.

 

7. Ολοκληρωμένο σύστημα αντιμετώπισης των ζιζανίων. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει συνδυασμό μέτρων και μεθόδων που αλληλοσυμπληρώνονται για την αντιμετώπιση των ζιζανίων, των εχθρασθενειών και των θρεπτικών αναγκών του ρυζιού και που έχουν στόχο την επίτευξη υψηλής απόδοσης και ποιότητας.

Η μουχρίτσα π.χ. θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με ένα ολοκληρωμένο σύστημα το οποίο θα περιλάμβανε τα εξής:
1. κατεργασία του εδάφους με ένα έγκαιρο όργωμα και 1-2 φρεζαρίσματα,
2. πυκνή σπορά των ποικιλιών με γρήγορη ανάπτυξη (Japonica)
3. χρησιμοποίηση των χημικών σκευασμάτων τόσο προσπαρτικά όσο και μεταφυτρωτικά,
4. σωστή διαχείριση του νερού και
5. έλεγχος των εχθρασθενειών της καλλιέργειας και σωστή λίπανση.