Το ρύζι ανήκει στο γένος Oryza το οποίο περιλαμβάνει 23 είδη από τα οποία καλλιεργούνται μόνον δύο, τα O. sativa και O. glaberrima. Το πρώτο είναι το σπουδαιότερο και καλλιεργείται σ' όλες τις ηπείρους, ενώ το δεύτερο σε περιορισμένη έκταση σε λίγες χώρες της Δυτικής Αφρικής.

Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες του O. sativa κατατάσσονται σε τρία υποείδη ή τύπους: Japonica, Indica και Javanica από τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη χώρα μας μόνον τα δύο πρώτα. Το πρώτο υποείδος καλλιεργείται σε περιοχές με εύκρατο ή υποτροπικό κλίμα, προέρχεται πιθανότατα από τη Β. Κίνα, Κορέα και Ιαπωνία και μελετήθηκε περισσότερο σε σχέση με τα λοιπά υποείδη. Το υποείδος Indica καλλιεργείται σε τροπικό ή υποτροπικό κλίμα, προέρχεται πιθανότατα από την Ινδία, Κεϋλάνη, Ν. Κίνα και Ταϊβάν και μελετάται τα τελευταία 50 έτη. Το ρύζι αυτού του υποείδους συνήθως υφίσταται επεξεργασία με τη μέθοδο του μισοβρασμού (parboiling) πριν υποστεί την αποφλοίωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση με τους κανονισμούς αριθμ. 3878/87 και 2580/88 προσδιόρισε ότι ρύζι του τύπου Indica πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά: μήκος λευκού κόκκου μεγαλύτερο από 6 mm, σχέση μήκος/πλάτος λευκού κόκκου μεγαλύτερη από 3,00, ποσοστό πλήρως κρυσταλλικών κόκκων μεγαλύτερο από 60% και περιεχόμενη αμυλόζη μεγαλύτερη από 21%.

 


Οι ποικιλίες του τύπου Indica παρουσιάζουν ορισμένα σοβαρά μειονεκτήματα σε σχέση του τύπου Japonica κυριότερα από τα οποία είναι:
1. Απαιτούν υψηλότερες θερμοκρασίες για την ανάπτυξή τους και ιδιαίτερα στα στάδια του φυτρώματος των σπόρων, της διόγκωσης και του ξεσταχυάσματος. Πραγματοποιούνται επανασπορές αγρών πολύ συχνά λόγω μειωμένου φυτρώματος των σπόρων από την επίδραση χαμηλών θερμοκρασιών. Οι σπόροι του τύπου Indica λόγω του πιο αργού φυτρώματός τους έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να υποστούν προσβολές από διάφορα έντομα και μαλακόστρακα γι΄ αυτό δημιουργείται ανάγκη για αυξημένη εφαρμογή εντομοκτόνων. Επίσης, σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες κατά τα στάδια της διόγκωσης και του ξεσταχυάσματος είναι δυνατόν να προκαλέσουν υψηλά ποσοστά στειρότητας.
2. Δεν ανέχονται υπερβολικό ύψος νερού κατά το στάδιο του φυτρώματος των σπόρων. Αυτό έχει ως συνέπεια χαμηλότερο ποσοστό φυτρώματος και ανάγκη επανασπορών.
3. Υπάρχει η τάση τινάγματος των κόκκων στο έδαφος κατά την ωρίμανση. Γι' αυτό η συγκομιδή πρέπει να γίνεται έγκαιρα.
4. Δεν μπορούν να ανταγωνισθούν τα ζιζάνια γιατί οι σπόροι του τύπου Indica φυτρώνουν σχετικά αργά, τα φυτά του αναπτύσσονται επίσης αργά και αποκτούν μικρότερο σχετικά ύψος. Αυτό επιβάλλει αυξημένη εφαρμογή ζιζανιοκτόνων. Δημιουργείται επίσης έμμεσα ανάγκη για αυξημένη εφαρμογή μυκητοκτόνων εξαιτίας του γεγονότος ότι τα φυτά της μουχρίτσας ως πιο ανταγωνιστικά σε σχέση με εκείνα του τύπου Indica αναπτύσσονται σε μεγάλους πληθυσμούς και επειδή προσβάλλονται ενωρίτερα και εντονότερα από το μύκητα πυρικουλάρια καθίστανται ξενιστές του. Από τέτοια φυτά στη συνέχεια προσβάλλονται τα φυτά του ρυζιού.


Τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα ο τύπος Indica να έχει αφενός μεν αυξημένο κατά 10% περίπου κόστος παραγωγής ρυζιού σε σχέση με τον τύπο Japonica λόγω της επιβαλλόμενης εφαρμογής μεγαλύτερων ποσοτήτων φυτοφαρμάκων για την αντιμετώπιση των εχθρών, ασθενειών και ζιζανίων του ρυζιού και αφετέρου τη σημαντική επιβάρυνση του περιβάλλοντος από την εκτεταμένη χρήση τους.
Μία σωστή στρατηγική για την παραγωγή ρυζιού θα ήταν η κάλυψη των αναγκών της χώρας μας σε ρύζι του τύπου Indica και όχι η υπερδιπλάσια παραγωγή του όπως συμβαίνει σήμερα, το περίσσευμα της οποίας λόγω αδυναμίας έγκαιρης εξαγωγής της δημιουργεί προβλήματα αποθήκευσης και εμπορίας. Επιβάλλεται επίσης, αναδιάρθρωση των δύο καλλιεργούμενων τύπων για να καλυφθούν οι ανάγκες μας στον τύπο Japonica δεδομένου ότι γίνονται εισαγωγές ρυζιού αυτού του τύπου. Η αναδιάρθρωση αυτή επιβάλλεται να γίνει και για να ελαχιστοποιηθούν οι σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον από την αυξημένη εφαρμογή φυτοφαρμάκων για την αντιμετώπιση αυξημένων προσβολών από εχθρούς και ασθένειες και για τον έλεγχο μεγαλύτερων πληθυσμών ζιζανίων.