Η καλλιέργεια των σιτηρών στη χώρα μας αποτελεί, σε πολλές περιπτώσεις, την αποκλειστική καλλιέργεια αξιοποίησης εδαφών όπως τα παθογενή από το ρύζι και τα πτωχά ξηρικά από το σκληρό σιτάρι και το κριθάρι. Αυτά καλύπτουν το 35% της καλλιεργήσιμης έκτασης της χώρας και εξυπηρετούν βασικές ανάγκες διατροφής του ανθρώπου (ψωμί, ζυμαρικά, ρύζι, μπύρα κλπ.) ή των ζώων (κριθάρι, καλαμπόκι κλπ.). Η αντιμετώπιση της έρευνας θα έπρεπε να είναι ανάλογη με τη σπουδαιότητα των καλλιεργειών αυτών. Αντίθετα τα τελευταία έτη παρατηρείται μία σταδιακή μείωση του ενδιαφέροντος της πολιτείας με συνέπεια να αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, όπως:

 

1) Μικρός αριθμός ερευνητών και μάλιστα σε κύριες ειδικότητες. Ελλείπουν οι φυτοπαθολόγοι-βελτιωτές για την ενσωμάτωση αντοχής στις ασθένειες και κυρίως στις σκωριάσεις που αποτελούν το κύριο πρόβλημα των χειμωνιάτικων σιτηρών, οι φυσιολόγοι βελτιωτές για τη δημιουργία ποικιλιών που θα αξιοποιούν καλύτερα το άζωτο ή θα αντέχουν στην ξηρασία κλπ.

2) Έλλειψη της κατάλληλης υποδομής και κυρίως σύγχρονης εργαστηριακής υποδομής ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο Ινστιτούτο, μαζί με την πρόσληψη του κατάλληλου ερευνητικού προσωπικού, να συνεργασθεί με ξένα ερευνητικά κέντρα για τη βελτίωση της ποιότητας των σιτηρών, την εισαγωγή σύγχρονων μεθόδων γενετικής μηχανικής, μοριακών δεικτών για την ταυτοποίηση των ποικιλιών κλπ.

3) Σχεδόν πλήρης απουσία βοηθητικού προσωπικού. Έτσι, το ερευνητικό προσωπικό δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στα προγράμματα έρευνας αφού είναι υποχρεωμένο να ασχολείται ακόμη και με τις εργασίες ρουτίνας που αποτελούν το αντικείμενο εργασίας του προσωπικού υποστήριξης.

4) Οι ερευνητές επιβαρύνονται και με το πρόγραμμα σποροπαραγωγής των ελληνικών ποικιλιών παράγοντας τον απαραίτητο βασικό σπόρο αφού δεν υπάρχει αντίστοιχο τμήμα που θα ασχοληθεί με την αξιοποίηση των ποικιλιών αυτών σε συνεργασία με τις εταιρείες που σποροπαράγουν και προωθούν στην καλλιέργεια τις ποικιλίες του Ινστιτούτου.

Εφ΄όσον δοθεί η απαραίτητη προσοχή και ικανοποιηθούν οι ανάγκες του Ινστιτούτου Σιτηρών θα είναι αναμενόμενο να παρουσιάσει ανάλογο έργο, όπως και παλαιότερα, με τη λύση όλων των προβλημάτων της καλλιέργειας των σιτηρών.

Οι προοπτικές για την καλλιέργεια των σιτηρών είναι άριστες, όσο και αν παρουσιάζεται, νομίζουμε εσφαλμένα ότι πρόκειται για καλλιέργειες που δεν προωθούνται από την Ε.Ε. Το σκληρό σιτάρι είναι από τις προωθούμενες αφού υπάρχει έλλειμμα και επί πλέον η Ελλάδα έχει το καταλληλότερο κλίμα. Επίσης, στο ρύζι υπάρχει έλλειμμα στην Ε.Ε. στον τύπο Indica και στη χώρα μας καλλιεργείται ο τύπος αυτός. Αλλά και το μαλακό σιτάρι, το κριθάρι αποτελούν βασικής σημασίας καλλιέργειες αξιοποιώντας εκτάσεις που δύσκολα αξιοποιούνται με άλλες καλλιέργειες αλλά και παράγονται βασικά προϊόντα για την παρασκευή του ψωμιού αλλά και για τις ανάγκες της κτηνοτροφίας. Από αυτά φαίνεται ότι οι προοπτικές των καλλιεργειών στις οποίες καλείται να εργασθεί το Ινστιτούτο Σιτηρών είναι μεγάλης σημασίας και ανάλογη θα πρέπει να είναι και η προσοχή που θα πρέπει να δοθεί και στην ανάπτυξη της έρευνας ώστε να αξιοποιούνται καλύτερα οι εδαφοκλιματικές συνθήκες της χώρας μας με τις μεγαλύτερες δυνατές αποδόσεις αλλά και με προϊόντα ποιότητας που θα ικανοποιούν τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής ή και της παγκόσμιας αγοράς.