ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ

Υπάρχουν πάνω από 20 είδη σιταριού που διαφέρουν στο βασικό αριθμό χρωμοσώμων (διπλοειδή, τετραπλοειδή, εξαπλοειδή) και αρκετές χιλιάδες ποικιλίες. Τα περισσότερο σημαντικά οικονομικά είδη είναι το κοινό, μαλακό σιτάρι Triticum aestivum L. (εξαπλοειδές) και το σκληρό σιτάρι T. durum Desf. (τετραπλοειδές) (Σχήμα 1).

  Η έκταση που καλλιεργείται με σιτάρι την τελευταία δεκαετία ξεπερνά τα 2.150 εκατομμύρια στρέμματα και περίπου το 90% καταλαμβάνει το μαλακό σιτάρι, ενώ στο υπόλοιπο 10% καλλιεργείται το σκληρό. Οι περισσότερες καλλιεργούμενες με σιτάρι περιοχές βρίσκονται στο βόρειο ημισφαίριο (Σχήμα 2). Η καλλιεργούμενη έκταση, η παραγωγή αλλά και η στρεμματική απόδοση των κυριοτέρων σιτοπαραγωγικών χωρών στον κόσμο, αλλά και της Ελλάδας παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Στην Ελλάδα, στα 32,35 εκατομμύρια στρέμματα συνολικής καλλιεργούμενης έκτασης, το σιτάρι καταλαμβάνει λίγο περισσότερο από 21,5%, με το σκληρό σιτάρι να φθάνει τα 5,25 και το μαλακό τα 1,73 εκατομμύρια στρέμματα (Πηγή: ΥΠΑΑΤ, 2014 και ΕΛΣΤΑΤ, 2014).

 

 

                                      sxhma1                     sxhma2
Σχήμα 1. Ποσοστό της συνολικής καλλιεργούμενης έκτασης με σιτηρά που καταλαμβάνει κάθε γένος της οικογένειας Poaceae στον κόσμο (Πηγή: FAO, 2014) Σχήμα 2. Κύριες περιοχές καλλιέργειας σιταριού στον κόσμο. Τα βόρεια και νότια όρια της περιοχής καλλιέργειας σημειώνονται με διακεκομμένη γραμμή (Grundas, 2003)

Το σιτάρι είναι χειμωνιάτικο σιτηρό στο οποίο διακρίνονται τρεις τύποι, ανάλογα με τις απαιτήσεις σε υγρό ψύχος ώστε να προκληθεί η εαρινοποίηση και ο σχηματισμός ανθοταξίας: τον χειμερινό (απαιτεί πολλές ώρες υγρού ψύχους), τον ανοιξιάτικο (δεν απαιτείται εαρινοποίηση) και τον ενδιάμεσο ή εναλλακτικό. Καλλιεργείται είτε ως χειμωνιάτικο, είτε ως ανοιξιάτικο σιτηρό, στις εύκρατες κλιματικές ζώνες και στα τροπικά μέρη της γης τόσο σε περιοχές με χαμηλά υψόμετρα όσο και σε ορεινές. Η κατανομή του σιταριού στα διάφορα μέρη του κόσμου σχετίζεται με τα διάφορα είδη και ποικιλίες καθώς και με την προσαρμοστικότητά τους στα διάφορα περιβάλλοντα (Grundas, 2003). Στην Ελλάδα δεν καλλιεργείται ο χειμερινός τύπος, γιατί ο χειμώνας είναι ήπιος, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η εαρινοποίηση, ο σχηματισμός της ανθοταξίας (όψιμο ξεστάχυασμα) και να μην ολοκληρώνεται η ωρίμανση. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται ανήκουν κατά κύριο λόγο στον ανοιξιάτικο τύπο, σπέρνονται το φθινόπωρο, διανύουν ένα μέρος του βιολογικού τους κύκλου κάτω από τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, ανθίζουν έγκαιρα την άνοιξη, καρποφορούν τον τελευταίο μήνα της και η συγκομιδή γίνεται τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού. Στην Ελλάδα οι ανοιξιάτικοι τύποι μπορούν να σπαρούν νωρίς την άνοιξη (τέλη Φεβρουαρίου έως αρχές Μαρτίου) αλλά οι αποδόσεις θα είναι σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τις φθινοπωρινές σπορές.

 

Πίνακας 1. Μέσος όρος ετών 2001-2012 έκτασης, παραγωγής και απόδοσης σιταριού των κυριοτέρων σιτοπαραγωγικών χωρών και της Ελλάδας (Πηγή: FAO, 2014).

 

                  
 

Έκταση

Παραγωγή

Απόδοση

 

εκατ. στρ.

%

εκατ. τόνοι

%

kg/στρ.

Αργεντινή

50,73

2,34

13,22

2,09

261

Αυστραλία

128,52

5,93

21,21

3,35

165

Καναδάς

93,73

4,33

23,87

3,77

255

Κίνα

235,21

10,86

104,88

16,58

446

Γαλλία

52,98

2,45

36,46

5,76

688

Γερμανία

31,10

1,44

22,98

3,63

739

Ελλάδα

7,30

0,34

1,85

0,29

253

Ινδία

273,29

12,61

76,33

12,07

279

Ιράν

64,58

2,98

12,99

2,05

201

Καζακστάν

123,62

5,71

13,32

2,11

108

Πακιστάν

85,14

3,93

21,59

3,41

254

Ρωσία

234,94

10,84

48,34

7,64

206

Τουρκία

85,67

3,95

19,77

3,13

231

Ουκρανία

60,03

2,77

17,61

2,78

293

Ηνωμένο Βασίλειο

18,95

0,87

14,57

2,30

769

Η.Π.Α.

200,03

9,23

57,17

9,04

286

Κόσμος

2.166,59

100,00

632,43

100,00

292

 

Οι αυξημένες ανάγκες της Ελλάδας στις αρχές του 20ου αιώνα σε σιτάρι αρτοποίησης οδήγησαν τους ερευνητές στην αναζήτηση ποικιλιών μαλακού σιταριού με υψηλές αποδόσεις και ευρεία προσαρμοστικότητα. Αυτό είχε σαν συνέπεια το μαλακό σιτάρι να επεκταθεί σε βάρος του σκληρού. Η σιτάρκεια που επιτεύχθηκε το 1957 (Σχήμα 3) ήταν συνισταμένη πολλών παραγόντων, κυρίως των προσπαθειών του Ινστιτούτου Καλλιτερεύσεως Φυτών (σήμερα Ινστιτούτο Σιτηρών) που δημιούργησε νέες βελτιωμένες ποικιλίες αλλά και της ορθής αγροτικής πολιτικής, όπως η κρατική σποροπαραγωγή και η καθιέρωση του θεσμού συγκέντρωσης της παραγωγής σιταριού. Μετά το 1980, με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και τις επιδοτήσεις στην καλλιέργεια του σκληρού σιταριού, εμφανίζεται μετακίνηση των σιτοκαλλιεργειών από το μαλακό στο σκληρό σιτάρι, ενώ μετά το 2005 παρουσιάζεται μείωση της ολικής καλλιεργούμενης με σιτάρι έκτασης (Σχήμα 4).

 

sxhma3 sxhma4
Σχήμα 3. Εξέλιξη της καλλιέργειας του σιταριού στην Ελλάδα. Έκταση, Παραγωγή, Απόδοση 1919-2012 (Πηγή: Ιωαννίδης, 1996, ΥΠΑΑΤ, 2014, FAO, 2014) Σχήμα 4. Εξέλιξη της ολικής καλλιεργούμενης έκτασης με σιτάρι στην Ελλάδα, σε εκατομμύρια στρέμματα (Πηγή: ΥΠΑΑΤ, 2014)

Η αύξηση της απόδοσης του σιταριού κρίνεται απαραίτητη ώστε να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις για τροφή από την επερχόμενη αύξηση του πληθυσμού τη γης. Σύμφωνα με τις επίσημες εκθέσεις και τις προβλέψεις των Ηνωμένων Εθνών, ο παγκόσμιος πληθυσμός των 7,2 δισ. στα μέσα του 2013 προβλέπεται να αυξηθεί κατά σχεδόν ένα δισ. ανθρώπους μέσα στα επόμενα δώδεκα χρόνια, φθάνοντας τα 8,1 δισ. το 2025 και να αυξηθεί περαιτέρω στα 9,6 δισ. το 2050 και 10,9 δισ. μέχρι το 2100 (Σχήμα 5). Τα αποτελέσματα αυτά βασίζονται στη μέση εκτίμηση, η οποία προϋποθέτει πτώση της γονιμότητας για τις χώρες όπου μεγάλες οικογένειες εξακολουθούν να κυριαρχούν, καθώς και μικρή αύξηση της γονιμότητας σε πολλές χώρες με λιγότερα από δύο παιδιά ανά γυναίκα κατά μέσο όρο (UN, 2013). Όπως φαίνεται στο Σχήμα 6, η μέση παγκόσμια απόδοση του σιταριού αναμένεται να αυξηθεί από 280 κιλά/στρ. κατά το έτος βάσης (2007-08) στα 380 το 2050, ενώ θα μπορούσε να φθάσει τα 480 κιλά αν η γραμμική τάση συνεχιζόταν έως το 2050 (Alexandratos and Bruinsma, 2012). Αντίστοιχες εκτιμήσεις για την έκταση και την απόδοση των σιτηρών στον κόσμο παρουσιάζονται στο Σχήμα 7.

 

sxhma5 sxhma6
 Σχήμα 5. Πληθυσμός της γης 1950-2100, σύμφωνα με διαφορετικές προβλέψεις και παραλλαγές (UN, 2013) Σχήμα 6. Έκταση, απόδοση και παραγωγή σιταριού στον κόσμο (Alexandratos and Bruinsma, 2012)

 

                                                 sxhma7

Σχήμα 7. Απόδοση και καλλιεργούμενη έκταση με σιτηρά στον κόσμο (Alexandratos and Bruinsma, 2012)

Η αύξηση της απόδοσης μπορεί να επιτευχθεί είτε με τη δημιουργία υβριδίων, είτε νέων ποικιλιών-καθαρών σειρών, οι οποίες θα έχουν βελτιωμένα χαρακτηριστικά. Οι ποικιλίες σιταριού που έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα σε όλη την υφήλιο, διαφέρουν μεταξύ τους σε ποικίλα χαρακτηριστικά, όπως το ύψος, η μορφολογία του στάχυ, η ικανότητα αδελφώματος, η ανθεκτικότητα σε βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες, η απόδοση κ.ά.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Alexandratos, N. and Bruinsma, J. 2012. World agriculture towards 2030/2050: the 2012 revision. ESA Working paper No. 12-03. Rome, FAO, pp. 1-160.http://www.fao.org.

ΕΛΣΤΑΤ. 2014. Ελληνική Στατιστική Αρχή. http://www.statistics.gr.

Food and Agriculture Organization of the United Nations. 2014. FAOSTAT. http://faostat3.fao.org/faostat-gateway/go/to/home/E.

Grundas, S.T. 2003. Wheat: The crop. Encyclopedia of Food Sciences and Nutrition (Second Edition), Editor-in-Chief: B. Caballero, Eds: L. Trugo and P.M. Finglas, pp. 6130–6137.

Ιωαννίδης, Α. 1996. Η εξέλιξη της καλλιέργειας των σιτηρών στην Ελλάδα. Περίοδος 1919-1995. Θεσσαλονίκη, pp. 1-113.

UN. 2013. United Nations, Department of Economic and Social Affairs, Population Division. World Population Prospects: The 2012 Revision, Highlights and Advance Tables. Working Paper No. ESA/P/WP.228. http://esa.un.org.

ΥΠΑΑΤ. 2014. Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. http://www.minagric.gr.