ΘΕΡΜΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης & Φυτογενετικών Πόρων
Το Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης & Φυτογενετικών Πόρων συστάθηκε το 2014 (ΦΕΚ Β΄2889/27.10.2014), με τη συγχώνευση εννέα (9) πρώην μονάδων της Γενικής Διεύθυνσης Αγροτικής Έρευνας, μεταξύ των οποίων ιστορικών ινστιτούτων αγροτικής έρευνας της χώρας, και ξεκίνησε να λειτουργεί από 01-01-2015.
Στην Ερευνητική Μονάδα Θέρμης υλοποιούνται ερευνητικές δραστηριότητες σχετικά με τα αντικείμενα:
- Γενετικής Βελτίωσης και γονιδιωματικής.
- Βιώσιμα συστήματα καλλιέργειας.
- Φυτοπροστασίας.
- Τεχνολογίες Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Γεωργία.
- Χημείας και Τεχνολογίας Φυτικών Προϊόντων.
Στη μονάδα της Θέρμης βρίσκονται και οι εγκαταστάσεις της Τράπεζας Διατήρησης Γενετικού Υλικού.
Ιστορικά Στοιχεία
Στο Ινστιτούτο /Ερευνητική Μονάδα Θέρμης ενσωματώθηκαν:
1. Το Ινστιτούτο Σιτηρών
το παλαιότερο ινστιτούτο αγροτικής έρευνας στα Βαλκάνια. Η ιστορία του ξεκινά από την εγκατάσταση των πρώτων πειραματικών αγρών σε τέσσερις περιοχές της χώρας από τον ακαδημαϊκό Ιωάννη Παπαδάκη (1903–1996), οι οποίοι αποτέλεσαν τη βάση για τη συστηματική ανάπτυξη της οργανωμένης αγροτικής έρευνας στην Ελλάδα. Το 1924 ιδρύθηκε ο «Ειδικός Σταθμός Καλλιτερεύσεως Φυτών» στη Λάρισα, ο οποίος το 1927 μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη. Το 1931 μετονομάσθηκε σε «Ινστιτούτο Καλλιτερεύσεως Φυτών» και το 1961 σε «Ινστιτούτο Σιτηρών» με την έρευνα να εστιάζει αποκλειστικά στα σιτηρά.
Ο κύριος ερευνητικός στόχος παρέμεινε ο ίδιος από την ίδρυση του Ινστιτούτου. Όπως τον περιγράφει ο Ιωάννης Παπαδάκης το 1928, «εἶναι νά εὕρῃ ἤ νά δημιουργήσῃ νέας ποικιλίας (νέους τύπους) φυτών, αἱ ὁποῖαι σπειρόμεναι εἰς τούς αὐτούς ἀγρούς καί λαμβάνουσαι τάς αὐτάς καλλιεργητικάς φροντίδας, τάς ὁποίας λαμβάνουσι καί οἱ σήμερον σπειρόμενοι σπόροι, νά δίδωσι μεγαλειτέρας ἀποδόσεις ποσοτικῶς καί ποιοτικῶς».
Τα πρώτα 20 και πλέον χρόνια, βασικός στόχος ήταν η δημιουργία αποδοτικών ποικιλιών μαλακού σιταριού για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ελλειμματικότητας της χώρας σε σιτάρι. Η σιτάρκεια επιτεύχθηκε για πρώτη φορά το 1957 με τις νέες ποικιλίες που δημιουργήθηκαν στο Ινστιτούτο, οι οποίες αύξησαν τη στρεμματική απόδοση από 80 σε 300 κιλά.
Ορόσημο αποτελεί η ποικιλία μαλακού σιταριού με τον κωδικό Γ-38290, η οποία προήλθε από τη διασταύρωση Rieti x Quality και έγινε γνωστή στους Έλληνες αγρότες ως «Νούμερο». Το 1942 εισήλθε στη σποροπαραγωγή, και από το 1950 και για 20 συναπτά έτη σπερνόταν στο 70% της καλλιεργούμενης έκτασης με σιτάρι.
Η έρευνα για το σκληρό σιτάρι, το κριθάρι και τη βρώμη ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930, για το καλαμπόκι το 1946 και για το ρύζι το 1958.
Μέχρι σήμερα έχουν δημιουργηθεί και εγγραφεί περισσότερες από 115 ποικιλίες και υβρίδια σιτηρών στον Εθνικό και Κοινοτικό Κατάλογο Ποικιλιών Καλλιεργουμένων Φυτών ενώ είναι πολύ σημαντική η παρουσία 35 ποικιλιών σιτηρών σήμερα στην αγορά και στη σποροπαραγωγή.
2.Το Ινστιτούτο Βάμβακος (ΙΒ)
Ιδρύθηκε το 1931 με τον Νόμο 5211/1931, κατόπιν υπομνήματος του καθηγητή Βασίλειου Χριστίδη και πρώτου διευθυντή του Ινστιτούτου (1931-1966), στον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας, Ελευθέριο Βενιζέλο, σε μια έκταση 650 στρεμμάτων στην περιοχή της Σίνδου Θεσσαλονίκης.
Κύριος στόχος του ΙΒ ήταν η προαγωγή της βαμβακοκαλλιέργειας στην Ελλάδα με τη δημιουργία ποικιλιών βαμβακιού προσαρμοσμένων στις συνθήκες της χώρας και την εισαγωγή νέων τεχνικών καλλιέργειας. Το 1936, το ΙΒ χωρίστηκε στο Ινστιτούτο Βάμβακος και Βιομηχανικών Φυτών (ΙΒΒΦ) αρμόδιο για την έρευνα και την τεχνολογία και στον Οργανισμό Βάμβακος (ΟΒ) με κύριο τομέα δραστηριοτήτων την εφαρμογή των πειραματικών δεδομένων και την επεξεργασία και ποιότητα της ίνας.
Το ΙΒΒΦ δημιούργησε ποικιλίες βαμβακιού υψηλής απόδοσης και ποιότητας (4Σ, Σίνδος-80, Κορίνα, Εύα, Ζέτα 2 κα.), προωθώντας την βαμβακοκαλλιέργεια στη χώρα έως συνολική έκταση 4.500.000 στρεμμάτων (1996) και κατατάσσοντας το ελληνικό βαμβάκι στις 10χώρες με την υψηλότερη ποιότητα ινών. Το 1990, το ΙΒΒΦ ενσωματώνεται στα ερευνητικά ινστιτούτα του ΕΘΙΑΓΕ και στη συνέχεια στον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.
3.Το Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Θεσσαλονίκης (ΙΠΦΘ)
Το ΙΠΦΘ εντάχθηκε στο ΕΘΙΑΓΕ το 1989 και είχε ως αποστολή τη μελέτη και αντιμετώπιση εχθρών, ζιζανίων και ασθενειών των καλλιεργειών. Δραστηριοποιήθηκε στους τομείς της φυτοπαθολογίας, εντομολογίας, ζιζανιολογίας και αξιολόγησης φυτοπροστατευτικών προϊόντων, με έμφαση στην ολοκληρωμένη φυτοπροστασία.
Συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση της γεωργικής παραγωγής, στη μείωση των απωλειών από ασθένειες, στην εκπαίδευση γεωπόνων και στην υποστήριξη των παραγωγών, αποτελώντας για δεκαετίες βασικό κέντρο φυτοπροστασίας της χώρας.
4.Το Κέντρο Γεωργικής Έρευνας Βόρειας Ελλάδας (ΚΓΕΒΕ)
Ιδρύθηκε το 1981 και λειτούργησαν τα Τμήματα Λαχανοκομίας, Αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών και της Τράπεζας διατήρησης γενετικού υλικού. Το 1990 οι δραστηριότητές του μεταφέρθηκαν στο ΕΘΙΑΓΕ και το 2014 ενσωματώθηκε στο ΙΓΒΦΠ του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.
Κύριο έργο του ήταν:
H γενετική βελτίωση κηπευτικών και ειδικότερα η δημιουργία, διατήρηση και βελτίωση πολλών παραδοσιακών ποικιλιών κηπευτικών, από τις οποίες αρκετές σε σποροπαραγωγική διαδικασία με αυξανόμενο εμπορικό ενδιαφέρον. Η δημιουργία νέων βελτιωμένων ποικιλιών και η διατήρηση 26 εμπορικών ποικιλιών κηπευτικών, με μεγάλη φήμη και αξία.
Η συλλογή, διατήρηση και αξιολόγηση φυτογενετικών πόρων, σημαντικών για τα τρόφιμα και τη γεωργία, μέσω της Τράπεζας Διατήρησης Γενετικού Υλικού.
Αρωματικά Φαρμακευτικά φυτά : Συλλογή – Διατήρηση σε Εκτός Tόπου συλλογή διατήρησης (ex situ) – Τεκμηρίωση- Αξιολόγηση και Αξιοποίηση γενετικού υλικού αυτοφυών ειδών, Γενετική Βελτίωση, αγροτεχνολογία και ποιοτικοί Έλεγχοι.
Αυτοφυή είδη της ελληνικής χλωρίδας:
Σπάνια-απειλούμενα, και ενδημικά αυτόχθονα φυτά.
5. Εργαστήριο ανάλυσης τσιγάρων και προϊόντων καπνού(Δράμα)
Το εργαστήριο ανήκε στο πρώην Καπνολογικό Ινστιτούτο της Δράμας, το οποίο ιδρύθηκε το 1930, έπειτα από πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 1925 για τη μελέτη της καλλιέργειας και παραγωγής καπνού. Η Δράμα επιλέχθηκε ως έδρα λόγω της κεντρικής θέσης της στις σημαντικότερες καπνοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας. Κύρια Επιτεύγματα : Ανάπτυξη όλων των ποικιλιών ανατολικού τύπου που καλλιεργούνται από το 1937 μέχρι σήμερα, καθώς και δημιουργία/εισαγωγή ποικιλιών τύπου Virginia και Burley προσαρμοσμένων στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Βελτίωση καλλιεργητικών πρακτικών, τεχνική υποστήριξη παραγωγών, διασφάλιση ποιότητας σπόρων. Έλεγχος των σημάτων τσιγάρων που κυκλοφορούσαν στην ελληνική αγορά (1992–2016) ως προς πίσσα, σάκχαρα και νικοτίνη βάσει ευρωπαϊκών οδηγιών. Μελέτη της χημικής σύστασης του καπνού και του καπνιστικού νέφους, καθώς και ανάλυση των φυσικών και τεχνολογικών χαρακτηριστικών του ξηρού καπνού, και εκπροσώπηση της Ελλάδας σε διεθνείς οργανισμούς για θέματα καπνικών προϊόντων.

